Τις τελευταίες ημέρες ένα μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης επικεντρώθηκε στις αυξήσεις που προβλέπονται για τον Αρχιεπίσκοπο και τους Μητροπολίτες. Οι τίτλοι ήταν εντυπωσιακοί: «Αυξήσεις έως 120%», «Μισθοί 4.500 και 5.000 ευρώ», «Προνομιακή μεταχείριση της Εκκλησίας». Ωστόσο, πίσω από τους εντυπωσιακούς τίτλους υπάρχει μια πραγματικότητα που σπάνια αναφέρεται.
Πρώτον, η συγκεκριμένη μισθολογική μεταβολή δεν σχεδιάστηκε αποκλειστικά για την Εκκλησία. Αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης κυβερνητικής αναμόρφωσης που αφορά τις αποδοχές ανώτερων κρατικών λειτουργών, όπως Γενικοί και Ειδικοί Γραμματείς Υπουργείων, επικεφαλής οργανισμών και άλλες υψηλόβαθμες θέσεις του Δημοσίου. Οι αποδοχές των Μητροπολιτών συνδέθηκαν με το ίδιο μισθολογικό πλαίσιο και επομένως επηρεάζονται από τις ίδιες μεταβολές. Αν κάποιος θεωρεί υπερβολικές τις αυξήσεις αυτές, η συζήτηση οφείλει να ξεκινήσει από τη συνολική κυβερνητική επιλογή και όχι να περιορίζεται αποκλειστικά στους Ιεράρχες.
Δεύτερον, τα ποσά που αναφέρονται αφορούν μικτές αποδοχές. Από αυτές αφαιρούνται φόροι, ασφαλιστικές εισφορές και σημαντικές κρατήσεις προς εκκλησιαστικά ταμεία και ιδρύματα. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται από εκκλησιαστικούς κύκλους, το συνολικό ύψος των κρατήσεων μπορεί να υπερβαίνει το 30%, με αποτέλεσμα το ποσό που τελικά απομένει να είναι σημαντικά χαμηλότερο από εκείνο που εμφανίζεται στους τίτλους των δημοσιευμάτων.
Υπάρχει όμως και μια ουσιώδης διαφορά που σπανίως συζητείται. Ένα σημαντικό μέρος των πόρων που προέρχονται από τις εκκλησιαστικές κρατήσεις επιστρέφει στην κοινωνία μέσω γηροκομείων, ιδρυμάτων, συσσιτίων, κατασκηνώσεων, φιλανθρωπικών δομών και άλλων κοινωνικών δράσεων που λειτουργούν υπό την ευθύνη των Μητροπόλεων. Επιπλέον, είναι ευρέως γνωστό ότι πολλοί Ιεράρχες διαθέτουν μέρος των προσωπικών τους αποδοχών για την ενίσχυση απόρων οικογενειών, ασθενών, φοιτητών και κοινωνικών προγραμμάτων.
Αντίθετα, οι αποδοχές ενός ανώτερου κρατικού λειτουργού ή ενός υψηλόβαθμου δημόσιου στελέχους αποτελούν κατά κανόνα προσωπικό εισόδημα, χωρίς αντίστοιχη θεσμική υποχρέωση αναδιανομής προς κοινωφελείς ή φιλανθρωπικούς σκοπούς. Η σύγκριση, επομένως, δεν είναι τόσο απλή όσο παρουσιάζεται.
Η δημόσια κριτική είναι θεμιτή σε κάθε δημοκρατία. Για να είναι όμως δίκαιη, οφείλει να εξετάζει ολόκληρη την εικόνα: ποιος αποφάσισε τη ρύθμιση, ποιους αφορά πραγματικά, ποια είναι τα καθαρά ποσά που απομένουν και ποια είναι η τελική κοινωνική διαδρομή ενός σημαντικού μέρους αυτών των χρημάτων. Χωρίς αυτά τα στοιχεία, η συζήτηση κινδυνεύει να βασιστεί περισσότερο στην εντύπωση παρά στην πραγματικότητα.