Η ευθύνη της Πολιτείας και η ποιμαντική μαρτυρία της Εκκλησίας
Η βία κατά των γυναικών αποτελεί μία από τις πιο οδυνηρές εκφάνσεις της παραβίασης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Παρά τις σημαντικές κοινωνικές και νομικές κατακτήσεις των τελευταίων δεκαετιών, εκατομμύρια γυναίκες σε ολόκληρο τον κόσμο εξακολουθούν να υφίστανται σωματική, ψυχολογική, λεκτική, οικονομική ή και σεξουαλική βία. Το τραγικότερο όμως στοιχείο δεν είναι μόνο η ίδια η κακοποίηση, αλλά και η στάση που πολλές φορές ακολουθεί: Η κοινωνική περιθωριοποίηση του θύματος.
Αντί η γυναίκα να βρίσκει καταφύγιο, συναντά καχυποψία. Αντί να εισπράττει συμπαράσταση, αντιμετωπίζει αμφισβήτηση. Αντί να θεραπεύεται, βιώνει μια δεύτερη μορφή βίας, τη σιωπή και την απομόνωση.
Η σύγχρονη κοινωνία καλείται να αναθεωρήσει αντιλήψεις που συντηρούν αυτήν την πραγματικότητα. Παράλληλα, η Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού, έχει χρέος να καταθέσει μια αυθεντική μαρτυρία αγάπης και ελπίδας, υπερασπιζόμενη κάθε ανθρώπινο πρόσωπο που δοκιμάζεται.
Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ως θεμέλιο κάθε κοινωνίας:
Η αξία του ανθρώπου δεν εξαρτάται από το φύλο, την κοινωνική θέση ή την οικονομική του κατάσταση. Η ορθόδοξη θεολογία διδάσκει ότι κάθε άνθρωπος είναι πλασμένος «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» (Γεν. 1:26-27). Αυτό σημαίνει ότι κάθε μορφή κακοποίησης αποτελεί προσβολή της ίδιας της εικόνας του Θεού μέσα στον άνθρωπο.
Η γυναίκα δεν είναι αντικείμενο ιδιοκτησίας ούτε μέσο ικανοποίησης προσωπικών επιθυμιών. Είναι πρόσωπο μοναδικό, ανεπανάληπτο, φορέας θεϊκής αξιοπρέπειας και ισότιμο μέλος της κοινωνίας και της Εκκλησίας.
Ο Χριστός ανέτρεψε τα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής του. Συνομίλησε δημόσια με τη Σαμαρείτιδα, συγχώρησε τη μοιχαλίδα, δέχθηκε τη μετάνοια της αμαρτωλής γυναίκας, τίμησε τη Μάρθα και τη Μαρία και ανέδειξε τις Μυροφόρες ως πρώτες μάρτυρες της Αναστάσεως. Με τη στάση του κατέδειξε ότι η αξιοπρέπεια της γυναίκας είναι αδιαπραγμάτευτη.
Η κακοποίηση δεν σταματά όταν λήξει το περιστατικό βίας. Συχνά συνεχίζεται με άλλες μορφές.
Η γυναίκα καλείται να αποδείξει ότι είναι θύμα. Αμφισβητείται η αξιοπιστία της. Κατηγορείται ότι «δεν έφυγε εγκαίρως», ότι «προκάλεσε» ή ότι «υπερβάλλει». Αυτή η νοοτροπία αποτελεί μορφή κοινωνικής βίας.
Η περιθωριοποίηση εκδηλώνεται μέσα από:
- Κοινωνική απομόνωση,
- Οικονομική εξάρτηση,
- Εργασιακές δυσκολίες,
- Ψυχική εξουθένωση,
- Φόβο απέναντι στη Δικαιοσύνη,
- Απώλεια εμπιστοσύνης στους ανθρώπους.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος μέσα στον οποίο το θύμα δυσκολεύεται να αναζητήσει βοήθεια.
Τα βαθύτερα αίτια του φαινομένου:
Η βία κατά των γυναικών δεν είναι αποτέλεσμα μόνο προσωπικών επιλογών. Τροφοδοτείται από κοινωνικές αντιλήψεις που εξακολουθούν να υπάρχουν.
Η λανθασμένη αντίληψη ότι η οικογενειακή βία αποτελεί «οικογενειακή υπόθεση», η ανοχή σε εξουσιαστικές συμπεριφορές, η οικονομική εξάρτηση, η ελλιπής εκπαίδευση γύρω από τις υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις και η απουσία ουσιαστικής πρόληψης συμβάλλουν στη διαιώνιση του προβλήματος.
Η Εκκλησία καλείται να απορρίπτει κάθε ερμηνεία της Αγίας Γραφής που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει την κακοποίηση ή να επιβάλει σιωπή στο θύμα. Η χριστιανική υπακοή δεν ταυτίζεται ποτέ με την ανοχή στην αδικία ή στη βία.
Η κακοποίηση τραυματίζει ολόκληρη την οικογένεια.
Τα παιδιά που μεγαλώνουν μέσα σε περιβάλλον βίας βιώνουν έντονο άγχος, ανασφάλεια και σύγχυση. Συχνά δυσκολεύονται να δημιουργήσουν υγιείς σχέσεις και ενδέχεται να αναπαράγουν, ως ενήλικες, τα πρότυπα που έζησαν.
Η κοινωνία πληρώνει επίσης βαρύ τίμημα μέσω της αύξησης των προβλημάτων ψυχικής υγείας, της φτώχειας, της κοινωνικής απομόνωσης και της διάρρηξης της εμπιστοσύνης μεταξύ των ανθρώπων.
Η πρόληψη είναι η πιο αποτελεσματική απάντηση.
Ξεκινά από την οικογένεια, όπου τα παιδιά μαθαίνουν τον αλληλοσεβασμό, την ισότητα και την ειρηνική επίλυση των συγκρούσεων.
Συνεχίζεται στο σχολείο με προγράμματα που καλλιεργούν την ενσυναίσθηση, την υπευθυνότητα και την αξία της ανθρώπινης ζωής.
Η Πολιτεία οφείλει να ενισχύει τις κοινωνικές υπηρεσίες, τις δομές φιλοξενίας, τις γραμμές υποστήριξης, τη νομική προστασία και την πρόσβαση σε ψυχολογική και κοινωνική βοήθεια.
Τα μέσα ενημέρωσης καλούνται να προβάλλουν υπεύθυνα το πρόβλημα, αποφεύγοντας τον εντυπωσιασμό και την ενοχοποίηση των θυμάτων.
Η ποιμαντική αποστολή της Εκκλησίας:
Η Εκκλησία δεν περιορίζεται στη θεωρητική διδασκαλία περί αγάπης. Η αποστολή της είναι θεραπευτική.
Η ενορία μπορεί να αποτελέσει χώρο εμπιστοσύνης, όπου η γυναίκα θα αισθανθεί ότι ακούγεται χωρίς να κρίνεται.
Ο ποιμένας οφείλει να προσεγγίζει κάθε περίπτωση με διάκριση, αγάπη και υπευθυνότητα. Η πνευματική καθοδήγηση δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ψυχολογική, κοινωνική ή νομική υποστήριξη, αλλά μπορεί να συνεργάζεται αρμονικά μαζί της.
Η Εκκλησία καλείται:
- Να ενημερώνει τους πιστούς για το φαινόμενο της βίας,
- Να καλλιεργεί κουλτούρα σεβασμού προς τη γυναίκα,
- Να στηρίζει όσους υποφέρουν,
- Να συνεργάζεται με κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους και άλλους ειδικούς,
- Να δημιουργεί δομές αλληλεγγύης μέσα στις ενορίες.
- Η αγάπη δεν είναι παθητική ανοχή του κακού· είναι ενεργός προστασία του αδικημένου.
Ο Χριστός ως πρότυπο αντιμετώπισης του πόνου:
Σε κάθε συνάντησή του με πονεμένους ανθρώπους, ο Χριστός έκανε τρία πράγματα.
- Πρώτον, άκουγε.
- Δεύτερον, θεράπευε.
- Τρίτον, αποκαθιστούσε τον άνθρωπο μέσα στην κοινότητα.
Δεν άφηνε ποτέ τον πληγωμένο στο περιθώριο.
Αυτή είναι και η αποστολή της Εκκλησίας σήμερα: να μεταμορφώνει τη μοναξιά σε κοινωνία, τον φόβο σε ελπίδα και την απόγνωση σε ζωή.
Συμπέρασμα:
Η περιθωριοποίηση των κακοποιημένων γυναικών αποτελεί πρόκληση που αγγίζει όχι μόνο την κοινωνική πολιτική αλλά και τον ίδιο τον πολιτισμό μας. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τον πιο ευάλωτο άνθρωπο αποκαλύπτει την ποιότητα της κοινωνίας μας.
Η Εκκλησία δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τη σιωπή απέναντι στην αδικία. Οφείλει να υψώνει λόγο αλήθειας, να γίνεται καταφύγιο για τον πονεμένο, να συνεργάζεται με τους επιστημονικούς φορείς και να διακονεί κάθε άνθρωπο χωρίς διακρίσεις.
Η πρόληψη, η ενημέρωση, η έγκαιρη παρέμβαση και η συνεργασία όλων των θεσμών αποτελούν τον ασφαλέστερο δρόμο για μια κοινωνία όπου καμία γυναίκα δεν θα ζει με φόβο και καμία δεν θα αισθάνεται μόνη.
Ας γίνει η αγάπη που δίδαξε ο Χριστός το μέτρο των σχέσεών μας. Μια αγάπη που δεν ανέχεται τη βία, δεν σιωπά μπροστά στην αδικία και δεν εγκαταλείπει ποτέ τον άνθρωπο που υποφέρει. Μόνο τότε η κοινωνία και η Εκκλησία θα γίνουν πραγματικοί χώροι ζωής, ελευθερίας και ελπίδας.
Ιερολογιωτατος Ιεροδιάκονος Π Σεραφείμ Δεληκωστόπουλος
Θεολόγος Κοινωνικός Λειτουργός Εγκληματολόγος -MSc-